Κριτική Π. Τακόπουλου (Ηλιαία, Ιούνιος 2014, τ. 89 - Διορθώσεις Ιούλιος-Αύγουστος 2014, τ. 34)
8 Αυγούστου 2014 14:08

Πᾶνε πολλὰ χρόνια ἀπὸ τὸν «καιρὸ ἐκεῖνο», καὶ συγκεκριμένα τὸ 1966, ὅταν παρ’ ὀλίγο νὰ μὴν εἶμαι σήμερα αὐτὸς ποὺ γύρευα, ἢ δὲν γύρευα, νὰ ἤμουν. Εἶχα βρεθεῖ τότε αὐτοεξόριστος, ἀλλὰ μόνον σὲ κατ’ οἶκον μὴ περιορισμό, στὴ Σουαζιλάνδη τῆς Νοτίου Ἀφρικῆς, κατόπιν μιᾶς σωτηρίας προσκλήσεως ἀπὸ μία παιδικὴ πολὺ δική μου φίλη. Ἡ αὐτοεξορία μου αὐτὴ ἦταν μία ἀπὸ τὶς καλύτερες διακοπὲς τῆς ζωῆς μου, μετὰ ἀπὸ τὴν τυχαία ἀνατροπὴ μιᾶς παρ’ ὀλίγον ἀπότομης, ἐθελουσίας  ἐκ μέρους μου διακοπῆς.Θυμᾶμαι ἀκόμα ὅτι ἐκεῖ στὴ Σουαζιλάνδη εἶχα ξαφνικὰ τὸ φθινόπωρο, τὴν εὐκαιρία ν’ ἀνακαλύψω, ὅτι πλὴν τοῦ Ὁμήρου, τοῦ Σαίξπηρ, τοῦ Καβάφη, τοῦ Καρυωτάκη καὶ τοῦ T. S. Eliot ἀλλὰ καὶ μερικῶν «σεφέρη-ζώντων» καὶ «ἰούλιο-ἐλίτικων» ποιητῶν, συμπεριλαμβανομένων, τοῦ ἰδίου τοῦ Σεφέρη καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ Ἐλύτη, ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀξιόλογοι ἕλληνες ποιητές, πλὴν ἐμοῦ ! Κι αὐτὸ χάρις στὴν Ἀνθολογία τοῦ Ἡρακλῆ καὶ Ρένου Ἀποστολίδη, ποὺ εἶχα τὴν πρόνοια νὰ πάρω μαζί μου στὸ μακρινό μου αὐτό, ἐπὶ γῆς εὐτυχῶς, ταξίδι, ἡ ὁποία στάθηκε, μαζὶ μὲ τοὺς «οἰκοδεσπότες» φίλους μου, ἡ first «best bed» συντροφιά μου, κατὰ τὶς πανέμορφες καὶ «οἰνοπνευματώδεις» ἡμερονυχτίες μου, σ’ αὐτὴ τὴ μικρὴ ὀμορφονιὰ γειτονοποῦλα τῆς μεγάλης «Ἀπαρχάιντ» τότε χώρας τῆς Νοτίου Ἀφρικῆς.Ἔκτοτε συνέχισα νὰ ἐπικοινωνῶ ἀναγνωστικά, μὲ ἄγνωστα στοὺς περισσότερους ὀνόματα, ποιητῶν, ποὺ ψάχνανε ν’ ἀνακαλύψουν τὸν κόσμο μέσα ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους, ἢ τὸν ἑαυτὸ τοὺς μέσα ἀπὸ τὸν κόσμο. Καὶ ἴσως αὐτὴ ἡ ἐπικοινωνία μας νὰ ἦταν καὶ ὁ πρῶτος μου ποιητικὸς θεατρικὸς διάλογος μαζί τους, καθὼς τοὺς ἀνεκάλυπτα ἕναν-ἕνα καὶ ἄρχισα ν’ «ἀναγνωρίζω», χωρὶς νὰ τοὺς γνωρίζω, τοὺς περισσότερους ἀπ’ αὐ-τούς, ὡς ὁμότιμους ἂν ὄχι, «ὁμοιότιμους» καὶ «ὁμοούσιους» μὲ τὸν ἑαυτό μου ποιητές.Ἔτσι περίπου αἰσθάνθηκα ξανά, διαβάζοντας πρῶτα καὶ βλέποντας μετά, στὸ φουαγιὲ τοῦ θεάτρου ΒΙΚΤΩΡΙΑ, τὴν μουσικο-ποιητικὴ  παράσταση, τοῦ Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου, «ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΑ ΕΙΜΑΙ», ἐπιλεγμένη κι αὐτὴ ἀπὸ τὴν συνεχῶς ἀνανεωνόμενη Ἀνθολογία τῶν Ἀποστολίδηδων, παππού, πατρὸς καὶ υἱῶν. Τελικὰ ὅμως τὸ κατόρθωμα αὐτῆς τῆς παραστάσεως ὀφείλεται στὴν Ἀνθολογία τῆς Ἀνθολογίας τῶν Ἀποστολίδηδων, καὶ στὴ συρραφή, μετὰ ἀπὸ ἐπίπονη ἐπιλογὴ ποιημάτων, βάσει τοῦ θέματος τοῦ «ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΑ ΕΙΜΑΙ», καὶ στὴν μετατροπὴ αὐτῆς τῆς «συρραφῆς» τῶν ποιητικῶν κειμένων, σὲ  σ υ γ γ ρ α φ ὴ  ἑνὸς θεατρικοῦ θεατρικότατου συνόλου, μέσα ἀπὸ τὸ φίλτρο μετατροπῆς – γιὰ νὰ θυμηθοῦμε ἕναν ἄλλο ποιητή, τὸν Δημήτρη Χριστοδούλου – τοῦ «θεατροποιοῦ» Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου. Πρᾶγμα ἐπιβεβαιωτικὸ τῆς ὀρθῆς θεωρίας, ὄχι ἀποκλειστικὰ τῆς δικῆς μου, πὼς κάθε ποίημα δὲν εἶναι ἁπλὸς ἕνας μονόλογος, ἀλλὰ ἕνας συνεχὴς διάλογος, ὄχι μόνο μὲ τὸν ἑαυτό μας ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς ἄλλους.Εἶναι μᾶλλον μιὰ ἁπλοϊκὴ λύσις, νὰ θεωροῦμε κάθε μονόλογο «ἐσωτερικό», καὶ νὰ τὸν ἀποκαλοῦμε «ἐσωτερικὸ μονόλογο», ὅπως λανθασμένα ὀνομάζουμε καὶ τοὺς μονόλογους τοῦ James Joyce, γιατί στὴν οὐσία τοὺς ὅλοι οἱ μονόλογοι εἶναι ἐσωτερικοὶ καὶ ἐξωτερικοί, κ’ ἕνας συνεχὴς διάλογος μὲ τὸν ἄλλο κόσμο. Ναί, ἡ ποίησις ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν Ὁμηρικῶν Ἐπῶν καὶ τῶν Ἰνδικῶν Βεδδῶν, κι ὅλων τῶν ἄλλων ἀρχαιοτέρων λαῶν, ἦταν καὶ παραμένει μία ποίησις-πρᾶξις ἀπὸ τὰ πρῶτα «θεάματα» τοῦ ἀνθρώπου. Θεόμεθα, δὲν θὰ πῇ βλέπουμε τὸ θεό, οὔτε ὅτι μας βλέπει ὁ θεός. Ἄλλωστε ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι πρῶτα οἱ ἄνθρωποι ἔπλασαν τὸ θεὸ ἢ τοὺς θεούς τους, καὶ τοὺς ἔφτειαξαν «κατ’ εἰκόνα, «αὐτοδοξασίαν» καὶ καθ’ ὁμοίωσίν» τους, καὶ μετὰ ὁ θεὸς τοὺς ἀνθρώπους. Γιατί οἱ ἄνθρωποι οὕτως ἢ ἄλλως ἔχουν τόση ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς θεούς τους, ὅσο καὶ οἱ θεοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.Ὅταν λένε οἱ βουδισταὶ πιστοί, πὼς «ἡ μὲν γνῶσις τῶν Βεδδῶν καλλίων ἐστὶ τῆς πράξεως» στὰ ἰνδικά, θέλουν νὰ ποῦν κάτι παρόμοιο μ’ αὐτὸ ποὺ σκέπτονται οἱ Ἕλληνες (ἀρχαῖοι καὶ νεώτεροι) ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ τὸ ποῦν ἔτσι, οὔτε στὰ ἰνδικά, ἀλλ’ οὔτε στὴ δική τους γλῶσσα, γιατί, στὰ Ἑλληνικὰ «ποίησις» ὡς σχεδὸν ἄγνωστον, σημαίνει «πρᾶ-ξις» (ἐκ τοῦ ποιῶ = πράττω). Ὅ,τι νὰ ποῦμε, ἢ νὰ μὴν ποῦμε, ἡ Ποίησις, μᾶς μαθαίνει περισσότερα ἀπὸ τὴν Ἱστορία, γιατί ἐνῷ ἡ Ἱστορία ἀποκαλύπτει τὰ γεγονότα, ἀνάλογα μὲ τὶς προτιμήσεις τῶν ἱστορικῶν, ἡ ποίησις τὰ «ἀποκαλύπτει» γιατί ὁ Ποιητής της τὰ ζεῖ, καὶ κάνει καὶ μᾶς νὰ τὰ «συζοῦμε». Δηλαδὴ ἡ ποίησις εἶναι θέατρο ἀπὸ τὴ φύση της.Ἀλλὰ πρὶν ξανανοίξω ἕνα πελώριο θέμα, ἐπαναλαμβάνοντας ὅτι στὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ θέατρο ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Ὅμηρος, καὶ ὅτι τὸ πιὸ σύγχρονο θέατρο τὸ ἔχει γράψει ὁ Σαίξπηρ, θὰ ἤθελα νὰ τὸ κλείσω, ὑπενθυμίζοντάς σας ὅτι σήμερα, μετὰ τὸν Ἴψεν, τὸν Τ. S. Eliot, καὶ τὸν Κρίστοφερ Φράι, τὰ περισσότερα θεατρικὰ ἔργα γράφονται σὲ πεζὸ λόγο, ὅπως καὶ τὰ μετὰ τὸν Πέερ Γκὺντ ἔργα τοῦ Ἴψεν. Πρᾶγμα, φαινομενικά, ἀντίθετο στὸν προηγούμενο ἰσχυρισμό μου, πώς «ποίησις, ἴσον θέατρο». Φαινομενικά, γιατί καὶ ὁ πεζὸς λόγος, ποίησις εἶναι, ἂν θέλῃ νὰ εἶναι θέατρο. Καὶ δὲν ἰσχύει ἡ διαπίστωσις αὐτὴ μόνον γιὰ τὸ Θέατρο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν Κριτικὴ ἡ ὁποία ἂν δὲν εἶναι ποιητική, δηλαδὴ δημιουργική, τὸ πολὺ πολὺ νὰ εἶναι δημιοσιογραφικὴ «ἀκρισία».Καιρὸς ὅμως ν’ ἀσχοληθῶ γιὰ λίγο κ’ ἐγὼ τώρα μὲ τὸ μέγα θεατρικὸ ἐπί-τευγμα τῆς ὁμάδος «ΕΠΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ» τοῦ Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου.Ἡ ἰδέα τῆς ποιητικῆς συρραφῆς-συγγραφῆς, ἐπὶ τοῦ ἔργου «ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΑ ΕΙΜΑΙ» μὲ ἀποσπάσματα ποιήματα παντὸς καιροῦ, ὀφείλεται  στὸν Πέερ Γκὺντ τοῦ Ἴψεν, ὅπως ἐξομολογεῖται στὸ πρόγραμμα ὁ σκηνοθέτης-συρραφεὺς τοῦ ἔργου.Ὁ Πέερ Γκὺντ εἶναι κι αὐτὸ ἕνα «στοιχειό», λωλοπαρμένο ἀπὸ τὰ «τρολλά» παραμύθια τῶν νορβηγικῶν φιόρδ, ἀναζητῶν ὅπως ὅλοι μας, στοιχειὰ καὶ ἄνθρωποι, τὸ γνώθι σ’ αὐτόν μας. Μὲ πρῶτο-πρῶτο τὸν ἴδιο τὸ δημιουργό του, τὸν Ἴψεν στὴν περίπτωσή μας, ὅπως καὶ κάθε ἄλλο γνήσιο ποιητὴ πεθαμένο καὶ νεκρό, ἢ ζῶντα καὶ ζωντανό, - γιὰ νὰ θυμηθοῦμε λίγο Μπόστ.Ἡ ἀναζήτησις τοῦ ἑαυτοῦ μας μεσῳ τῆς γραφῆς γνωστῶν ἢ ἀγνώστων ποιητῶν, ὡς ἀναστημένων ἀπὸ τὸ μνημεῖο τους ἀγνώστων στρατιωτῶν, εἶχε τὴν τύχη σ’ αὐτὸ τὸ ποιητικομουσικὸ παιγνίδι τῆς ὁμάδος «ΕΠΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ» νὰ ἔχει πλὴν τοῦ «μαέστρου», καὶ ἐξαιρετικοὺς «ἐκτελεστές». Καὶ ἡ ἀναζήτησίς του ἦταν ἕνας «κερδισμένος καιρός» καὶ γιὰ κείνους καὶ γιὰ τὸ κοινό, ποὺ δὲν παρακολουθοῦσε ἀλλὰ συμμετεῖχε στὴν παράσταση, σὰν ὁρατό-ἀόρατος ὀνειρικὸς χορός. Τὸ «ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΑ ΕΙΜΑΙ»ἀποτελεῖ μιὰ σκηνικὴ ἀριστοτελεία σύνθεση σὲ τέσσερες ἑνότητες, κ’ ἕναν πρόλογο.Τὰ πρόσωπα τοῦ ἔργου εἶναι τέσσερα: ἕνα Πιάνο, μιὰ Πρώτη Φωνὴ καὶ μία Δεύτερη καὶ Τρίτη Φωνή. Σὰν εἰσαγωγὴ τοῦ ἔργου σᾶς δίνω ὁλόκληρο τὸν σύντομο πρόλογο, ὡς πρώτη ἐνημέρωσή σας, ἐλπίζοντας νὰ ἔχουν τὸ χρόνο οἱ ἀναγνῶστες αὐτοῦ τοῦ ἀντικριτικοῦ μου τριτοπρογραμματικοῦ μου σημειώματος, νὰ ἐνημερωθοῦν ἀμεσότερα, μὲ μιὰ δική τους Δευτέρα ἢ καὶ Τρίτη παρουσία, πρὸς πληρεστέραν θεατρική τους αὐτογνωσίαν.[ΠΡΟΛΟΓΟΣ / ΠΙΑΝΟ: Παίζει τὸ Πένθιμο ἐμβατήριο τοῦ Chopin. / ΠΡΩΤΗ: [Ἀπ’ Τὸ ὄνειρο τοῦ Δήμου Μούτση (Δίσκος: Νά! Ἀθήνα, 1987).] / Βρέθηκα σὲ κύκλο σκοτεινό, / (Ξεκινάει τὸ τραγοῦδι.) / στ’ ὄνειρο ποὺ εἶδα χτὲς τὸ βράδυ. / ΔΕΥΤΕΡΗ: (Ἀπαντάει τραγουδιστά): / Κ’ ἤμουνα ἀπ’ τὴ μία του κύκλου ἐγὼ κ’ ἐ-γὼ ἀπὸ τὴν ἄλλη [] /  ΠΡΩΤΗ: / Κ’ εἶδα ἕνα παιδὶ – μικρὸ παιδί – ποὺ ἔπαιζε καὶ μοῦ ’ρῖχνε στὰ ζάρια / ΔΕΥΤΕΡΗ: / τὸ ὕστερό του πόθου μου φιλί, τὰ πρῶτα παιδικά μου χάδια [] / ΠΡΩΤΗ: / Κ’ εἶδα τὶς ἐλπίδες μας σκιές, βάδιζαν ἀμίλητα ἐμπρός μου, / ΔΕΥΤΕΡΗ: / σύμβολα, σημεῖα καὶ μυστικὲς μορφὲς αὐτοῦ τοῦ μάταιου κόσμου. [] / ΠΡΩΤΗ: / Πές μου τί ’ν’ αὐτὰ ποὺ βλέπω ἐδῶ, πρόφτασα νὰ πῶ στὸν ἑ α υ τ ό  μου, / ΔΕΥΤΕΡΗ: / μὴ μιλᾷς, μον’ κοίτα καὶ πέρνα. / (Σταματάει τὸ τραγοῦδι.) / ΠΡΩΤΗ: / λέει αὐτός, /Μετὰ τὸν πρόλογο προηγοῦνται, μετὰ τῆς ἐπωνύμου καὶ ἀνωνύμου ποιήσεως, οἱ ἑρμηνευτές. Μὲ πρώτη τὴν Εὔα Κολιοπούλου (τὴν ἔχουσα καὶ τὴν μου-σικὴ ἐπιμέλεια τῆς παραστάσεως)  ὡς Πιάνο. Ἀκολουθοῦν, ἡ Δεύτερη καὶ ἡ Τρίτη Φωνή, ἅμα τῇ ἐμφανίσει τῆς Πρώτης, τοῦ Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου. Καὶ τὰ ὀνόματα τῶν φωνῶν αὐτῶν, τῆς Τρίτης: Κωνσταντίνα Κουτουλάκη, καὶ τῆς Δεύτερης: Μαρκέλλα Εὐθυμίου.Ἦσαν καὶ οἱ τρεῖς ὑπέροχες – χωρὶς νὰ εἶναι ὑπέρηχες – φωνές, ὅπως καὶ ὁ ἦχος τοῦ Πιάνου τῆς Εὔας Κολιοπούλου. Ἀποδίδω εὔσημον μνεία καὶ στὴν ἐνδυματολόγο Εἰρήνη Βαζιργιαντζίκη καὶ στὸν ἐπιμελητὴ τοῦ προγράμματος Κώστα Μάστρακα τὸν «ἀποστολιδικό» ἐκδότη τῶν Διορθώσεων, ποὺ συμμετέχει ἐκτάκτως, καὶ ὡς ἕνας ἐκ τῶν ποιητῶν.Τὰ ὑπόλοιπα, χωρὶς σιωπὴ οὔτε ὀλίγων λεπτῶν, εἶναι τὰ ὀνόματα τῶν ποιητῶν τῶν ἀόρατων αὐτῶν συνδημι-ουργῶν τοῦ ἔργου τῆς ὁμάδος «ΕΠΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ», ἢ μᾶλλον οἱ γραμμὲς ἀπὸ ἀποσπάσματα τῶν ποιημάτων τους, ἀπὸ τὶς Ἀνθολογίες τῶν Ἀποστολίδηδων καὶ τὴν Ἰαπωνικὴ ποιητικὴ Ἀνθολογία σὲ μετάφραση Γιάννη Λειβαδᾶ, ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ροές, καὶ πάσης ἄλλης ἑλληνικῆς καὶ ξένης, μεταφρασμένης στὰ ἑλληνικὰ ἀνθολογίας, ὅπου φιλοξενοῦνται ποιήματα τοῦ Εὐριπίδη, τοῦ Σαίξπηρ, τοῦ Walt Whitman, τῆς Emily Dickinson καὶ φυσικὰ τοῦ Ἴψεν ἀπὸ τὸ ἀγαπημένο του παιδὶ τὸν Πέερ Γκύντ.Ὅλα τὰ ἀποσπάσματα, πλὴν δυὸ ἀναγνωρίσημων ὁλοκληρωμένων, (τελείως τὸ ἕνα, καὶ σχεδόν, τὸ ἄλλο), τοῦ Καβάφη καὶ τοῦ Καρυωτάκη, μᾶς δίνουν χάρις τὴν ἀριστοτελειωτικὴ συρραφή τους ἕνα πλῆρες θεατρικὸ ἔργο τὸ ὁποῖο θὰ «γύρευε» νὰ συγγράψῃ κάθε φθασμένος θεατρικὸς Ἕλληνας ἢ ξένος συγγραφέας. Ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Μπάρα, μὲ τὸν Λέοντα τὸν Ἀφρικανό, κι ἀπὲ μὲ ἀποσπάσματα τοῦ Λεωνίδα Ζενάκου, τοῦ Πινδάρου, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, τοῦ προαναφερθέντος Κώστα Μάστρακα, τοῦ Ἡράκλειτου, τοῦ Χρίστου Τρύφωνα, τοῦ Τίτου Πατρίκιου, τοῦ Γιώργου Σαρηγιάννη, τοῦ Στέφανου Γεράνη, τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη, τοῦ Ἰάσωνα Ἰωαννίδη, τοῦ Κώστα Σοφιανοῦ, τῆς Ὀλυμπίας Καράγιωργα, τοῦ Τάκη Σινόπουλου, τοῦ Νικολάου Πολίτη, τοῦ Νίκου Καρούζου, τοῦ Κώστα Οὐράνη, τοῦ Νίκου Μοσχοβάκου καὶ ἄλλων καὶ ἄλλων μικρῶν τε καὶ μεγάλων.Τὸ «ΑΥΤΌΣ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΑ ΕΙΜΑΙ»  ε ἶ ν α ι!Καὶ θὰ ἦταν ἄδικο νὰ γύρευα νὰ τελειώνω τώρα κ’ ἐγὼ αὐτὴ τὴν ἀντικριτική μου χωρὶς ν’ ἀναφέρω καὶ τὰ ὀνόματα κάποιων μουσικῶν, πλὴν τοῦ Chopin καὶ τοῦ Δήμου Μούτση ποὺ ἀναφέρονται στὸν πρόλογο, καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Γιόχαν Στράους, μὲ τὸ Radetzky Marsh μὲ τὸ ὁποῖο ἀνοίγει καὶ κλείνει ἡ κριτικὴ ἑνότητα, ὅπως ἀνοιγοκλείνει, στὴν Βιέννη, κάθε νέον ἔτος χορευτικά. Ἀλλὰ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Ἥρκου Ἀποστολίδη, ἂν καὶ δὲν εἶναι μουσικός, γιατί ἡ κρυφὴ ἐπιμέλεια στὰ ἔργα τῶν παιδιῶν δὲν εἶναι τόσο κρυφή, ἀντίθετα μὲ τὴν παρουσία τοῦ Κώστα Μάστρακα ποὺ εἶναι «ἀδιόρθωτη» καὶ φανερή.Δὲν ἀπομένει παρὰ νὰ γυρέψετε καὶ σεῖς τὸ κείμενο τοῦ ἔργου «ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΑ ΕΙΜΑΙ» στὸ πρόγραμμα τῶν «Διορθώσεων». Ἐκεῖ θὰ βρεῖτε πόσο διαφέρουν καὶ δὲν διαφέρουν μεταξύ τους, οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ ξένοι ποιητές, ἀρχαῖοι ἀρχαιότεροι καὶ νεώτεροι,  στὴν ἀναζήτηση τοῦ ἑαυτοῦ τους  κ α ί  τοῦ ἑαυτοῦ σας. Πάντως ἀσχέτως ἂν διορθωθῆτε ἢ ὄχι, ἀξίζει νὰ ζήσετε αὐτὸ τὸ θεατρικὸ ποιητικὸ ταξίδι. 

Αυτός-που-γύρευα-είμαι

 

Κριτική Κ.Μ. Μάστρακα (Περιοδικό Διορθώσεις, Ιούνιος 2014)
9 Ιουλίου 2014 11:07

Δὲν προλαβαίνει νὰ δημοσιευθῇ καμμία κριτικὴ γιὰ τὴν παράσταση τῆς σκηνικῆς σύνθεσης, μὲ θέμα τὸ γνωστὸ στίχο τοῦ Ἐλύτη: «Αὐτὸς ποὺ γύρευα: εἶμαι!», σὲ σκηνοθεσία τοῦ Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου καὶ κοστούμια Εἰρήνης Βαζιργιαντζίκη. Τὴ μουσικὴ ἐπιμέλεια εἶχε ἡ πιανίστα Εὔα Κολιοπούλου. Τρεῖς φωνές: τοῦ ἴδιου τοῦ σκηνοθέτη, τῆς Κωνσταντίνας Κουτουλάκη καὶ τῆς Μαρκέλλας Εὐθυμίου, στὶς 19, 20 καὶ 21 Ἰουνίου 2014 στὸ θέατρο Βικτώρια τῆς ὁδοῦ Μαγνησίας στὴν πλατεία Βικτωρίας. Παρακολουθῶντας ἕνα μικρὸ κομμάτι πρώιμης πρόβας, εἶχα τὴν εὐτυχία νὰ προβλέψω καὶ νὰ εὐχηθῶ στὰ νέα αὐτὰ παιδιὰ κι ὅλους τοὺς ἀφανεῖς συνεργάτες τῆς παράστασης, στὸ προηγούμενο τεῦχος (σελ.1086-7), στὸ σημείωμα Ἡ  ζ ῶ σ α  ποίηση τὴν  ο ὐ σ ι α σ τ ι κ ὴ   ἐ π ι τ υ χ ί α. Καὶ τὰ πράγματα ἐπιβεβαίωσαν τὴν πρόγνωση. Δὲν ἐνδιαφέρει (οὔτε κἄν ἐμένα) ἡ ἐπιτυχία τῆς προσωπικῆς μου πρόβλεψης, ἀλλὰ ἡ  ο ὐ σ ί α  τῶν πραγμάτων: Νέα παιδιά, μ’ ἐπιστημονικὴ κατάρτιση καὶ γνώση τοῦ θεάτρου, ἐπιχείρησαν καὶ πέτυχαν μὲ ἰδιάζοντα  ἀ π λ ή ρ ω τ ο  μόχθο κάτι  κ α ι ν ο ύ ρ γ ι ο: Μιὰ  σ ύ ν θ ε σ η  τοῦ ἐκπεφρασμένου ποιητικοῦ λόγου περὶ τοῦ ἑαυτοῦ, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὥς σήμερα, περιλαμβάνοντας μάλιστα ὄχι μόνο ἀρχαίους ἀλλὰ καὶ ἰαπωνικούς, νορβηγικοὺς καὶ ἀμερικανικοὺς στίχους! Τὸ ἐγχείρημα, ὅπως εὔκολα γίνεται ἀντιληπτό, εἶχε χίλιους κινδύνους! Μὲ ποιά κριτήρια κ’ ἐμπειρία ζωῆς ἐπέλεξαν ὅποια κείμενα; Μὲ ποία ἐποπτεία τοῦ ποιητικοῦ λόγου; Πῶς αὐτὰ θὰ «συνεκολοῦντο» σὲ μιὰν ἀναγκαία ἑνιαιότητα, ἀφοῦ ἡ θεματογραφική τους κοινότητα δὲν ἐπαρκεῖ ἀπὸ μόνη της; Πῶς τὰ αὐτοτελῆ ποιητικὰ κομμάτια θὰ διατηροῦσαν τὴν οὐσιαστική τους αὐτονομία, ὑπηρετῶντας ἐν ταυτῷ τὴν ἐπιθυμητὴ σύν-θεση; Καὶ τέλος πῶς ἡ, ὅποια, ἔστω κ’ ἐπιτυχής, ἐπιλογὴ τῶν κειμένων θ’ ἀπεδίδετο ἐκφερομένη; Διότι εἶναι βέβαιο ὅτι τὸ θέατρο εἶναι πρωτίστως καὶ κυρίως  Λ ό γ ο ς.  Κι ὅτι ἡ ποίηση  δ ρ ᾶ, ἔστω καὶ χωρὶς τυπικὴ δράση. Ὅμως οὔτ’ αὐτονόητο εἶναι νὰ  «π α ι χ θ ῇ»  ἡ ποίηση, οὔτ’ εὔκολο ν’ ἀποφευχθῇ μιά, καλή ἔστω,  ἀ π α γ γ ε λ ί α  ἐντούτοις. Ὁπότε καὶ θὰ ὑπῆρχε ἡ αἴσθηση: πρὸς τί τὸ «μῖσος»!.. Ἀπ’ τὴν ἄλλη ὁ  Λ ό γ ο ς,  μάλιστα ὁ ποιητικός, ποτὲ δὲν εἶν’ εὔκολος κι ἄμεσα προσλήψιμος. Χρειάζεται στοχασμὸς κ’ οἱ περισσότεροι ἔχουν ἀνάγκη νὰ τὸν δοῦν καὶ νὰ τὸν ξαναδοῦν γραμμένο. Φρόντισαν καὶ γι’ αὐτό: τύπωσαν τὰ πάντα ἀναλυτικὰ καὶ μὲ παραπομπές. Σ’ ἕνα «πρόγραμμα» - βιβλίο 40 σελίδων, ποὺδιανεμήθηκε δωρεάν σ’ ὅλους! Τέλος ἡ μουσική! Ποιά κομμάτια; Πότε; Ποιό μέλος μὲ ποιό ποίημα; Δὲν ἐπρόκειτο οὔτε γιὰ μελοποίηση στίχων, οὔτε γιὰ ποιητικὴ συνοδεία μουσικῶν συνθέσεων! Καὶ τὰ ἠχητικὰ ἐφφέ; Ἡ βροχή, τὰ σύννεφα, ὁ ἦχος κ’ ἡ μυρουδιὰ τοῦ ξύλου ἀπ’ τὸν πάτο τοῦ βαρελιοῦ; Ἡ δραματικὴ ἐξαλλοίωση-ἐξουθένωση τοῦ Πενθέα ποὺ μεταλλάσσεται σ’ Ἰνώ, σ’  Ἀγαύη, μὲ τὶς ὑπαγορευμένες κινήσεις χεριοῦ καὶ ποδιοῦ, δηλαδὴ χωρὶς τὶς ἀκραῖες ἀνοησίες πολλῶν, ἀτυχῶς, παραστάσεων!.. Ὅλ’ αὐτὰ θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι ἐπιτυχημένα ἀλλ’ ἂν ἔλειπε ἕνας πανεπόπτης σκηνοθετικὸς καὶ δραματουργικὸς νοῦς, ποὺ μὲ τελειομανῆ πάμμοχθη ἐπιμονὴ διέλαυνε κάθε λεπτομέρεια, τότε θὰ μιλούσαμε γιὰ ἄρτια  ἐ π ι μ έ ρ ο υ ς στοιχεῖα. Ὅμως ἐδῶ τὸ κρίσιμο θέμα ἦταν ἡ ἀρτιότητα τοῦ  ὅ λ ο υ. Αὐτό θὰ ἦταν ἢ δέν θὰ ἦταν  δ η μ ι ο υ ρ γ ί α! Κι ὄχι μόνο. Παρὰ τὸ  ν έ ο  ποὺ κομίζεται σὲ στιγμὲς πλήρους οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς ἀσφυξίας: Μιὰ ξεχωριστὴ καὶ ἰδιαίτερα πρωτότυπη σκηνικὴ  σ ύ ν θ ε σ η.Ἕνα καινό,  ἀληθῶς  π ν ε υ μ α τ ι κ ὸ   γ ε γ ο ν ό ς. Ἀβίαστα: Εὖγε!..

Απ᾿ την παράσταση - Εύα Κολιοπούλου Απ᾿ την παράσταση - Εύα Κολιοπούλου

 

Κριτική Πάρι Τακόπουλου (Περιοδικό Ηλιαία Ιαν. - Φεβ. 2013)
10 Φεβρουαρίου 2013 13:02

«Αν και δεν θα ήταν πολύ δύσκολο για τον Σινιόρ Μακιαβέλλι να γελάσει, γιατί και πνεύμα είχε και θάλεγα και χιούμορ, ο ως άνω τίτλος του κωμικοτραγικού διαλόγου του Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου, δικαιολογείται λόγω της παρουσίας του αγέλαστου γελωτοποιού, του μοναδικού δευτεραγωνιστή αυτής της παραστάσεως. Και λέω «μοναδικού» με την διπλή έννοια της λέξεως, γιατί η ύπαρξίς του (ένα εξαίρετο εύρημα του συγγραφέα) αποτελεί μαζί με το βιολί του, ένα απαραίτητο μέρος - μέλος της όλης ποιητικώτατης θεατρικότητας του «Σινιόρε Μακιαβέλλι... γελάστε!».«Σινιόρε Μακιαβἐλλι... γελάστε!» image Τώρα, θ᾿ αρχίσω μ᾿ ένα πρώτο ερώτημα γι᾿ αυτό το έργο με τις πέντε ενότητες, και τον ένα πρόλογο και τον ένα επίλογο: για ποιόν Νικολό Μακιαβέλλι μιλάει; Θα δώσω αμέσως μαζί με τον συγγραφέα - ημιδιαφωνώντας μαζί του - την έστω μισοπρώτη απάντηση: για όλους! Τι και αν ο πιο πολύς κόσμος των περισσοτέρων εποχών, αρχίζοντας από τον πρώτο, μετα-Μακιαβέλλι, αιώνα, τον θεωρούσε σαν τον αγγελικό εκπρόσωπο του Σατανά, ή τον διαβολικό απόστολο του Θεού!Αφήνοντας κατά μέρος την Ιερά Εξέταση που έβαλε στη λίστα των απηγορευμένων βιβλίων του Βατικανού τον «Ηγεμόνα» του, άμα τη πολλοστή ανάγνωσει του προς ιδίαν αποκλειστικήν, ως νοσοκόμαν, αυτογνωσίαν, εκκλησίας τε και προκαθημένων της, και τον Φρειδερίκο τον Μέγα τον γράψαντα λίβελλο κατά του Μακιαβέλλι και μάλιστα στη γλώσσα των ευγενών «en francais», με τον πολύ «ζολί» τίτλο «Antimakiavelli» (προφερόμενον στα γαλλικά «αντιμακιαβελλί»), θ᾿ αποφύγω να αναφερθώ στον Μάρλοου και στον Σαίξπηρ ή ακόμα και στον Βολταίρο γιατί ως μεγάλοι ποιηταί, οι δύο πρώτοι, και ως μέγας διανοητής ο τρίτος, δεν μπορεί παρά να ήσαν καλοί γνώστες της αιτίας των λεγομένων και αμφιλεγομένων του Μακιαβέλλι.Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι ο Νικολό Μακιαβέλλι ήταν και συνάδελφός τους. Είχε γράψει τον «Μανδραγόρα», ίσως την σπουδαιότερη κωμωδία της Αναγέννησης, αν όχι την πρώτη καλύτερη «προ-μετα-κωμωδία» της εποχής της, για να θυμηθείτε και λίγο θεατροπαραλογικό-θεατρολόγιο λόγο. Κανένας δεν ξέρει τις αδυναμίες και τις δυνάμεις των ισχυρών καλύτερα από ένα θεατρικό ποιητή. Και ο Μακιαβέλλι ήταν ποιητής ορατών τε και αοράτων, αν όχι «των όλων», σχεδόν όλων. Όσο για τον χαρακτήρα του που τον μέμφεται κανείς εύκολα (γιατί φαινόταν να πηγαίνει πάντα με το μέρος των κρατούντων) τι να σας πω; Μήπως και ο Σαίξπηρ και ο Μολιέρος δεν διαλέγανε τους ισχυρούς για να τους προστατεύσουν;  Ή μήπως, όπως κι ο Μακιαβέλλι, τους διαλέγανε για να τους δώσουν συμβουλές, προς αυτοπροστασίαν της ελευθερίας τους;Να κατηγορείς έναν «μικρό», δείχνει βέβαια κάποια έλλειψη γνώσεως της φύσεως του ανθρώπου, αλλά καμιά φορά είσαι αναγκασμένος να το κάνεις όταν ο μικρός θέλει να «παίξει» τον μεγάλο. Αλλά να κατηγορείς ένα μεγάλο που είναι μεγάλος, όσο αν κι αυτό είναι της «φύσεως» των μικρών ανθρώπων, είναι κάτι το δυσεξήγητο. Εκτός εάν οι κατήγοροι ανήκουν κι αυτοί στον χώρο των μεγάλων, οπότε εκεί ή κ᾿ εδώ, έχουμε καθαρά μιαν «υπόθεση» υπερβαλλούσης ζηλοφθονίας ή απλώς υπερβάλλοντος ζήλου, κατά το υπό του Θεμιστοκλέους λεχθέν: «οὐκ ἐᾷ μὲ καθεύδειν τὸ τοῦ Μιλτιάδου τρόπαιον».Χωρίς να θέλω να πέσω και να πιαστώ μεσ᾿ την δική μου παγίδα, θα κάνω μια παρατήρηση στα λεγόμενα του Γαλιλαίου, (του Μπέρτολτ Μπρεχτ και όχι του Άγγελου Αντωνόπουλου), τα στολίζοντα σαν προμετωπίδα το πρόγραμμα του Μακιαβέλλι.Λέει λοιπόν ο μπρεχτικός Γαλιλαίος πως ενώ οι κινήσεις των ουρανίων σωμάτων είχαν γίνει πιο κατανοητές, οι κινήσεις των εξουσιαστών των λαών παραμένουν ακόμα ανεξιχνίαστες. Ή κάτι τέτοιο.Ε, λοιπόν κε Μπρεχτ, ή κύριε Γαλιλαίε, θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω μαζί σας. Οι κινήσεις των εξουσιαστών είναι κατανοητότερες, αν και ανοητότερες, από τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων, ίσως γιατί επαναλαμβάνονται πάντοτε, ασχέτως εάν αυτό γίνεται με «διαφορετικό» τρόπο, ή «λαμβάνει χώρα» συχνότερα, ακόμα και στον ίδιο χώρο.Τι εννοώ; Θα σας πώ, ακολουθώντας κατά βήμα τον ευρηματικό συγγραφέα, υπό τους ωραίους ήχους του βιολιού της ταλαντούχου συνεργάτιδός του, τους οποίους εξακολουθώ να θυμάμαι προσπαθώντας να τους αναπαράγω μουρμουρίζοντας. Παρακολούθησα προ ημερών την εκπομπή του Ρίτσαρντ Ατενμπόροου με θέμα την μουσικότητα των ζώων, και άκουσα, θα έλεγα αρκετά περιχαρής, πως οι επιστήμονες σήμερα είχαν φθάσει στο συμπέρασμα πως και για τον άνθρωπο, πριν από τον λόγο, όπως και στα «άλογα» ζώα, ο αρχικός τρόπος της μεταξύ τους συνεννοήσεως ήταν πρώτα μουσικός.Δηλαδή εν αρχή ήν ο μουσικός φθόγκος και μετά ο λόγος. Και είπα πριν, πως το άκουσα «περιχαρής», γιατί αυτό μου έλυνε και το προαιώνιο άλυτο πρόβλημα της παράλογης δημιουργίας του κόσμου, ο οποίος έχει δημιουργηθεί άνευ λόγου, εδώ και τέσσερα, και κατ᾿ άλλους, τεσσεράμισυ δισεκατομμύρια χρόνια. Εάν μ᾿ ένα μπαμ ξεκίνησε ο κόσμος - ο πρώτος μουσικός ήχος του σύμπαντος - τα πράγματα εξηγούνται ευκολότερα, από έναν αόριστο «Λόγο». Μπορείτε να φανταστείτε ένα Θεό να συνομιλεί επί τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια με τον εαυτό του, ή έστω να συνδιαλέγεται με το πρώτο του δημιούργημα, τον Διάβολο, και να μην έχει βαρεθεί ακόμα και την ίδια του την ύπαρξη; Ενώ τη μουσική, έστω και την εν εξελίξει μακροχρονίως, δεν την βαριέται κανείς εύκολα! Πόσο μάλλον ο μεγαλύτερος «Καν-είς» των όλων, ο Θεός. Αυτά τα ολίγω «μακιαβελλικά» γιατί νομίζω ότι έφυγα απ᾿ το θέμα μου, μια και πιστεύω πως θα τα ασπαζότανε και ο ίδιος ο Μακιαβέλλι, έστω και αν του έκλεινε μερικές από τις ανοικτές του πυλες στο Βατικανό.Το έργο του Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου «Σινιόρε Μακιαβέλλι... γελάστε», είναι όπως μας εξηγεί περιληπτικά ο ίδιος, ένας συνεχής διάλογος - μονόλογος μεταξύ του λαλίστατου πολιτικού συμβούλου, του Μακιαβέλλι,και ενός γελωτοποιού, σιωπηλού εκπροσώπου της εξουσίας, όχι μόνο επί εποχής Μεδίκων αλλά πάσης εποχής ακόμα και της σημερινής. Η κωμικοτραγωδία βασίζεται στο περίφημο σύγγραμα του Μακιαβέλλι «Ο Ηγεμών», όπως και στο θεατρικό του έργο «Μανδραγόρα», το θαυματουργό φάρμακον διά πάσαν ερωτικήν ή εξουσιαστικήν νόσον και «μαλακίαν». Και προ παντός είναι θέατρο, ευρηματικό θέατρο, τέρπον και διδάσκον, αεί αυτοδιδασκόμενον.«Προσεύχομαι» σ᾿ αυτό το έργο, ευρισκόμενος εις βιβλικήν «mood» συγγράφων και επεξηγών εις το κοινόν, την ιδικήν μου Κενήν Διαθήκην (ίδε προ της Αναστάσεως: «Η Κενή Διαθήκη δι᾿ αρχαρίους») μακροημέρευσιν δια να μη πω μακροβιότητα, και όχι μόνον εις το θέατρο «Αλκμήνη» αλλά και εις τα άλλα θέατρα της Ελλάδος, πλην των του Κλεινού Άστεως («Κλεινόν Άστυ» είναι και το πρώτον μου σατιρικόν μυθιστόρημα, το οποίον αν και κυκλοφόρησε το πρώτον το 1957, ξανακυκλοφόρησε προ των Χριστουγέννων του 2012, κρατώντας ύστερα από 57 χρόνια την ίδια επικαιρότητα αυτή της δεκαετίας του '50, για να μην πω και περισσότερη. Κάτι ενθυμίζον την σημερινή κωμικοτραγικήν επικαιρότητα του «Ηγεμόνα» του Μακιαβέλλι μετά από πέντε αιώνες).Albrecht Dürer Ο λέων imageΚαι συγχαίρω όλους τους συνεργάτες του Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου, με πρώτο inter pares τον ίδιο, που έγραψε, σκηνοθέτησε και έπαιξε τον Νικολό Μακιαβέλλι κατά τον πιο δημιουργικό «μαθηματικό» τρόπο, και δεύτερο, τον γελωτοποιό ηγεμόνα, με το βιολί - βιολάκι του, την Ελισάβετ Αναγνώστου, που επιμελήθηκε εξαίσια και την μουσική επένδυση του έργου, και τρίτο την σκηνογράφο Ειρήνη Βαζιργιαντζίκη που διαμόρφωσε φλωρεντινά, τον χώρο, χάρις κυρίως στο απανταχού παρόντα αν και μη βρυχώμενο πλέον βασιλέα των ζώων, το ωραίο της λιοντάρι.Σινιόροι θεαταί όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο θέατρο «Αλκμήνη». Πηγαίνετε, στο θέατρο Αλκμήνη, αν προλάβετε και σας υπόσχομαι να κλαψογελάσετε με τον Μακιαβέλλι του Παπαδημητρόπουλου.»